Διαμόρφωση πλατείας Κουμουνδούρου
Η συνοικία του Ψυρρή στην οποία εντάσσεται η πλατεία Ελευθερίας είναι μια από τις παλιότερες, μαζί με την Πλάκα, συνοικίες της Αθήνας και μαζί με το Μοναστηράκι και την περιοχή κάτω από την Ευαγγελιστρίας αποτελούσε το «παλιό εμπορικό κέντρο» της Αθήνας.Τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους η περιοχή είναι αδόμητη και εφάπτεται εξωτερικά του τείχους που περιβάλλει την πόλη και της κατοικημένης περιοχής. Η πλατεία στην περιοχή αυτή εμφανίζεται στα πρώτα πολεοδομικά σχέδια των Κλεάνθη ? Schaubert αλλά και στο σχέδιο του Klenze που τελικά εφαρμόστηκε. Η θέση της επιλέχθηκε με καθαρά σχεδιαστικά κριτήρια συμμετρικά προς τη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος.
Το σχέδιο του Klenze προέβλεπε την τοποθέτηση των Ανακτόρων στην περιοχή του Κεραμεικού και η πλατεία ονομάστηκε πλατεία Λουδοβίκου. Τελικά, τα Ανάκτορα χτίζονται αλλού και στην περιοχή αναπτύσσονται δραστηριότητες που υπήρχαν από τα οθωμανικά χρόνια με βιοτεχνίες, εργαστήρια και λειτουργίες σχετικές με τις μεταφορές.
Μετά την έξωση του Όθωνα μετονομάζεται σε πλατεία Ελευθερίας, αλλά είναι γνωστή και ως πλατεία Κουμουνδούρου λόγω της εγκατάστασης εκεί του Πρωθυπουργού Κουμουνδούρου. Σιγά σιγά οικοδομείται η γύρω περιοχή και η περιφέρεια και η πλατεία αποκτά το χαρακτήρα συνοικιακής λαϊκής πλατεία που εξυπηρετεί τους κατοίκους της περιοχής.
Μετά τη δεκαετία του 50 ο χαρακτήρας της πλατείας αλλοιώνεται και η πλατεία χάνει τον οικογενειακό και τοπικό της χαρακτήρα και αποκτά ένα πιο κεντρικό, αλλά πάντα λαϊκό. Παραμένει μέχρι σήμερα να θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πλατείες της Αθήνας.
Σύμφωνα με τη μελέτη η πλατεία παραμένει ως χώρος συνάντησης και κοινωνικών επαφών των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, ενώ συγχρόνως εντάσσεται στην ευρύτερη πορεία του αρχαιολογικού περιπάτου.
Ο σχεδιασμός βασίζεται στην αντίθεση του γεωμετρικού πολεοδομικού ιστού της πόλης με την αυθόρμητη και τυχαία διάταξη των δέντρων στο χώρο της πλατείας. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα του πρασίνου. Διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό η υπάρχουσα βλάστηση και ενισχύθηκε με την προσθήκη 108 καινούργιων δέντρων και περίπου 1800 θάμνων, καθώς το πράσινο αποτελεί κύριο συνθετικό στοιχείο της μελέτης.
Η πλατεία χωρίζεται σε δύο περιοχές: το κέντρο και την περιφέρεια. Μεταξύ τους δημιουργήθηκε μια ενδιάμεση περιοχή που τις συνδέει και τονίζει τον διαφορετικό χαρακτήρα τους. Το ημικυκλικό τμήμα της πλατείας προς τη οδό Διπύλου τονίστηκε με τη δημιουργία ενός ημικυκλικού αμφιθεάτρου.
Το κέντρο είναι η επίπεδη περιοχή κατά μήκος του άξονα συμμετρίας της πλατείας με κατεύθυνση από το αμφιθέατρο προς τα υπάρχοντα κτήρια (Δημοτική Πινακοθήκη, Ναός κλπ). Η κατεύθυνση αυτή σηματοδοτείται από υδάτινα στοιχεία σε αξονική θέση από το αμφιθέατρο μέχρι το μαρμάρινο σιντριβάνι που μεταφέρθηκε πιο κοντά στα κτήρια. Η πλατεία τέμνεται κάθετα από την προέκταση της οδού Κορίνης προς την οδό Ψαρομιλήγκου (προς τον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού).
Η περιφέρεια είναι η πλακοστρωμένη περιοχή που διατηρεί την παλιά μορφολογία του εδάφους της πλατείας. Περιβάλλει το κέντρο μέχρι τα όρια της πλατείας και περιλαμβάνει την Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, τους Άγιος Ανάργυρους, το Δημοτικό Βρεφοκομείο, τον υποσταθμό της ΔΕΗ, τις υπόγειες δημόσιες τουαλέτες, τα στέγαστρα και τις αφετηρίες των λεωφορείων κλπ.
Η ενδιάμεση περιοχή δεν έχει επιστρωθεί και οριοθετεί και συνδέει τις άλλες δύο περιοχές. Αποτελείται από ελαφρά κεκλιμένες επιφάνειες ? πρανή ? όπου κυριαρχούν το χώμα και το πράσινο. Οι επιφάνειες αυτές διακόπτονται από κλίμακες και ράμπες για τη σύνδεση του κέντρου με την περιφέρεια. Το ελεύθερο σχήμα των πρανών τονίζει την αντίθεση με τη γεωμετρία της πόλης και το τυχαίο της βλάστησης υποδηλώνει την αρχική ιδέα για ανάδειξη αρχαίων ευρημάτων στη χαμηλότερη επιφάνεια.
Στην πλατεία χαράχθηκε οδηγός τυφλών και δημιουργήθηκαν ράμπες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες.
Έτσι η πλατεία Κουμουνδούρου γίνεται ένας χώρος πρασίνου που αποτελεί πόλο έλξης για τον επισκέπτη.
Η μελέτη για τη διαμόρφωση της πλατείας Κουμουνδούρου είναι αποτέλεσμα Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού Προσχεδίων που προκήρυξε η ΕΑΧΑ ΑΕ στις 31 Αυγούστου 1998. Ο διαγωνισμός ήταν ανοικτός σε όλους τους ευρωπαίους αρχιτέκτονες. Στον διαγωνισμό υποβλήθηκαν 28 μελέτες οι οποίες εξετάστηκαν από πενταμελή Κριτική Επιτροπή, η οποία αποφάσισε, μετά από αξιολόγηση των μελετών που υποβλήθηκαν, την απονομή τριών βραβείων. Στη ομάδα των μελετητών του Α΄ βραβείου [Ελευθέριος Παυλίδης, Αρχιτέκτων (Συντονιστής), Πατρίτσια Παυλίδη, Τσαουάντ Αϊάς, Μάριος Προκοπίδης (Αρχιτέκτονες), Σοφία Παυλίδου (Σχεδιάστρια CAD), Σύμβουλος κυκλοφοριακών Σταύρος Δρακόπουλος (Αγρ. Τοπογράφος), Σύμβουλος Αρχιτέκτων Ευάγγελος Ευαγγελινός (Καθηγητής ΕΜΠ)] ανετέθη η μελέτη.
